θηκάρι

και φηκάρι και φουκάρι, το (ΑΜ θηκάριον) [θήκη]
μικρή θήκη ξίφους ή μαχαιριού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θήκη + κατάλ. -άρι*, πρβλ. βλαστ-άρι, ζευγ-άρι].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • θηκάρι — το ιού, θήκη ξίφους ή μαχαιριού: Έβγαλε το ξίφος από το θηκάρι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θήκη — η (ΑΜ θήκη) 1. σκεύος, κιβώτιο ή κουτί μέσα στο οποίο τοποθετείται κάτι για φύλαξη 2. επίμηκες περίβλημα από δέρμα, μέταλλο, ξύλο ή χαρτόνι στο οποίο μπαίνει η κοπίδα ξίφους ή μαχαιριού, θηκάρι («βάλε τὴν μάχαιραν εἰς τὴν θήκην») 3. σκληρό… …   Dictionary of Greek

  • σιδηροκόλεος — ον, Α (για μαχαίρι) αυτός που έχει σιδερένιο κολεό, σιδερένιο θηκάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιδηρο * + κολεός «θηκάρι» (πρβλ. σκυτο κόλεος)] …   Dictionary of Greek

  • ασημώνω — [ασήμι] 1. κάνω επένδυση με ασημένια ελάσματα («ασημώνω την εικόνα», «ασημώνω το θηκάρι») 2. επαργυρώνω, ασημοκαπνίζω («ασημώνω το καντήλι ή το ρολόι») 3. δίνω ασημένιο χρώμα, κάνω κάτι να φαίνεται σαν από ασήμι («το φως του φεγγαριού ασήμωνε τη… …   Dictionary of Greek

  • θηκαρίζω — και φηκαρίζω [θηκάρι] 1. βάζω κάτι στη θήκη του 2. προμηθεύομαι θήκη για κάτι …   Dictionary of Greek

  • θηκαρώνω — και φηκαρώνω [θηκάρι] βάζω κάτι στη θήκη του …   Dictionary of Greek

  • θηλειά — και θελ(ε)ιά και φηλ(ε)ιά, η 1. βρόχος («μού βαλε θηλειά στο λαιμό») 2. είδος παγίδας πουλιών ή μικρών θηραμάτων, συρτοθηλειά 3. το διάκενο στο δίχτυ, το μάτι 4. είδος κουμπότρυπας που σχηματίζεται με πλέγμα απ όπου περνά το κουμπί. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • θύκια — τα (λαϊκ. τ.) φύκια («είχε τα θύκια πάπλωμα», δημ. τραγ.). [ΕΤΥΜΟΛ. θύκια αντί φύκια. Η εναλλαγή (θ) / (f) απαντά σε ορισμένους δημώδεις τ. (πρβλ. θηκάρι / φηκάρι)] …   Dictionary of Greek

  • καλυπτήρας — ο (Α καλυπτήρ, ῆρος) [καλύπτω] το μέσο με το οποίο καλύπτεται κάτι, κάλυμμα, σκέπασμα αρχ. 1. περίβλημα, περικάλυμμα, περιτύλιγμα 2. επικάλυμμα, επίθεμα, πώμα («ἐπάνω δὲ τῆς θήκης ἐπετίθετο καλυπτὴρ χρυσοῦς», Διόδ.) 3. θήκη, θηκάρι 4. στον πληθ.… …   Dictionary of Greek

  • κολεάζω — (Α) [κολεός] (κατά τον Ησύχ.) βάζω στον κολεό, βάζω στο θηκάρι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.